Εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου 1940
Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026
Το θεατρικό " Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου" βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της Άλκης Ζέη.
Ο ήρωάς μας ο Πέτρος είναι ένα μικρό παιδί που ζει την βία , την πείνα και το φόβο της κατοχής.
Η Γ΄ και η Δ΄ τάξη του σχολείου μας σε μια προσπάθεια τους να αναβιώσουν τις δύσκολες μέρες της κατοχής 1941-1944 , όπου ο θάνατος παραμονεύει και η παιδική αθωότητα μπλέκεται με τον ηρωισμό, το θυμό και τον φόβο.
Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου
Ο Πέτρος είναι ένα αγόρι που ζει με την οικογένειά του στην
Αθήνα.
|
2 ΑΦΗΓΗΤΕΣ |
Στις 28 Οκτωβρίου
1940,λοιπόν, ξεσπά ο πόλεμος. Όταν οι Ιταλοί μπήκαν στην Ελλάδα ο εννιάχρονος
Πέτρος ήξερε τον πόλεμο μόνο μέσα από τα
βιβλία. Μερικούς μήνες αργότερα, μπαίνουν οι Γερμανοί στην Αθήνα και αρχίζει η
άγρια Κατοχή. Τώρα όμως θα τον βιώνει κάθε ημέρα μαζί με τον παππού του, τους
γονείς του και την μεγαλύτερη αδελφή του, την Αντιγόνη, αρχίζοντας έναν μεγάλο
περίπατο στην Αθήνα της Κατοχής. Πολλοί πεθαίνουν από την πείνα. Πολλοί
προσπαθούν να ζήσουν με το λιγοστό φαγητό και μια φέτα ψωμί από τα συσσίτια. Με
οδηγό τους ήρωες από την ελληνική ιστορία, ο Πέτρος αγωνιστής και τολμηρός δεν
διστάζει να πάρει μέρος στην Αντίσταση έχοντας ένα σύνθημα: Πάντα μπροστά
μας, για μια καινούργια ζωή...
Ο Πέτρος με τον φίλο του τον Σωτήρη γράφουν όχι μόνο
συνθήματα εναντίον των Γερμανών στους τοίχους αλλά και με την Δροσούλαβγαίνουν στους δρόμους και φωνάζουν
για την ελευθερία της Ελλάδας.
Σ’ αυτή τη διαδρομή χάνει αγαπημένα του πρόσωπα αλλά δε
δειλιάζει… Όταν η Ελλάδα ελευθερώνεται, μπορούν να ζήσουν ελεύθεροι και
ευτυχισμένοι…
ΣΚΗΝΗ 1Η ΤΟ ΤΡΙΖΟΝΙ
(ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ
ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ)
https://www.youtube.com/watch?v=5q9H2cd36RU
(Ο Πέτρος μπαίνει και
κάθεται κρατώντας ένα κουτί στο γραφείο-Κλαίει)
Πέτρος:( κλαίει)
Αντιγόνη:(Μπαίνει η Αντιγόνη)Πέτρο, Πέτρο….Τι έγινε;
Πέτρος: Αντιγόνη, πάει το τριζόνι πέθανε.
Αντιγόνη: Αλήθεια;
Πέτρος: Ως στις 5 το πρωί το άκουγα που
χαρχάλευε την κούτα του. Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος και όταν ξύπνησα… πάει
το τριζόνι.
Πέτρος: Όχι θα το θάψω σε μια σχισμή ενός
δοκαριού
Αντιγόνη :Καλά κάνε ότι θες.
Πέτρος:( Σηκώνεται και βάζει
το κουτί κάτω από το τραπέζι, πιάνει τη χελώνα) Θόδωρε, το τριζόνι πέθανε τα
ξημερώματα, μείναμε οι δυο μας.
(Γράφει σε ένα
πινακάκι και το λέει φωναχτά)
Πέτρος: 27 Οκτωβρίου 1940
(Κοιτάζει τα βιβλία
του και την χαρτογραφία)
Πέτρος:Θαρρείς και το κάνουν επίτηδες και βάζουν Γεωγραφία κάθε Δευτέρα, για
να ‘χουμε όλη την Κυριακή τη σκοτούρα
της χαρτογραφίας.
Αντιγόνη: Πέτρο, Πέτρο, Πέτρο Πέ…. Ακόμα
έτσι είσαι; Θ’ αργήσουμε. Πώς είναι τα μαλλιά σου έτσι;( Του ανακατεύει τα μαλλιά)
Αντιγόνη: Εγώ μπελάς;
Πέτρος: Ναι… Καλός δεν είμαι με αυτό το πουκάμισο;
Αντιγόνη: Με το πουκάμισο θα έρθεις;
Πέτρος: Ναι.
Αντιγόνη: Αποκλείεται, α-πο-κλεί-ε-ται. Τέλος. Αποκλείεται. Θα βάλεις και το
σακάκι αλλιώς δε θα σε πάρω μαζί μου.(Του το φοράει)Κοίτα τι ωραίος που είσαι!
(Το σακάκι του κάνει
μικρό)
Πέτρος:Έχε χάρη που θέλω να δω την ταινία.
Χίλιες φορές θα προτιμούσα να καθίσω με τα ζουζούνια μου παρά να τρέχω μαζί σου
μ’ αυτό το γελοίο σακάκι!
Αντιγόνη:Πετράκη μου, σε πειράζει να έρθει
μαζί μας και ο Δημήτρης;
Πέτρος:Ποιος Δημήτρης;
Αντιγόνη: Ο ξάδερφος μιας συμμαθήτριάς μου
.Ένα παιδί από το κολέγιο.
Πέτρος: Και τι με νοιάζει εμένα, σάμπως θα
τον πάρω στην πλάτη μου; Εμένα με νοιάζει που πέθανε το τριζόνι μου. Αν δεν
είχε πεθάνει θα ‘ χα τελειώσει τον χάρτη της Αυστραλίας. Τώρα, θα με βάλει
τιμωρία ο κύριος Λουκάτος αύριο.
Αντιγόνη:Έλα πάμε θ΄ αργήσουμε!(Φεύγουν)
ΣΚΗΝΗ 2Η .Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ/ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ
ΑΓΓΕΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
(Μπαίνουν
η μαμά , ο μπαμπάς , ο παππούς, η Αντιγόνη και ο Πέτρος. Ο Πέτρος γράφει
στο πινακάκι 28 Οκτωβρίου 1940. Η μητέρα
φτιάχνει την κουβέρτα του καναπέ, μετά σκουπίζει, φοράει ποδιά. Ο
μπαμπάς κάθεται δίπλα στο ραδιόφωνο και σκύβει ν’ ακούσει, κουνάει το κουμπί. Ο παππούς κάθεται
στο τραπέζι και ρίχνει πασιέντζες. Η Αντιγόνη ξεφυλλίζει ένα βιβλίο.)
(Μόλις
γράψει ο Πέτρος την ημερομηνία ακούγεται το πολεμικό ανακοινωθέν. Σκύβουν όλοι
γύρω από το ραδιόφωνο ν’ ακούσουν. Μόνο η μαμά συμμαζεύει τον καναπέ και τα
μαξιλάρια.)
ΠΟΛΕΜΙΚΟ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ
https://www.youtube.com/watch?v=yEIhMzVhXac&list=RDyEIhMzVhXac&start_radio=1
Μαμά:Τι συμβαίνει; Πόλεμος γίνεται;
(Η
μαμά αφήνει τα μαξιλάρια και αναρωτιέται)
Μαμά:Τι γίνεται;
Μαμά:Πόλεμος!!!
Μαμά:Πατέρα, πόλεμος γίνεται;
Μαμά:Τι
γίνεται, τι είναι αυτό;
Μαμά:Παιδιά σηκωθείτε, δεν ακούτε τις
σειρήνες; Δεν έχει σχολείο σήμερα , γίνεται πόλεμος!
(Τα
παιδιά βγαίνουν να χαιρετίσουν.)
Μαμά:Παιδιά ελάτε μέσα.
Αντιγόνη: Γεια σας λεβέντες ! Με τη νίκη!
Μαμά:(
Φοράει την μπέρτα και παίρνει την τσάντα της)Τι να κάνω ; Θα πάω στον μπακάλη.
Πατέρα αν περάσει ο Άγγελος πες του ότι έφτασα αμέσως.
Μπαμπάς:( Φοράει το σακάκι του)Και εγώ θα πάω
στο γραφείο του Κοντογιάννη να δω τι γίνεται. Πάμε , πάμε…
Παππούς : Το ΄λεγα εγώ από χθες. Όλο πάνω σε ρηγάδες έπεφτα και
μου κλείνανε τις πόρτες. Ούτε μια πασιέντζα δε μου βγήκε.
Πέτρος: Καλά, τι είναι αυτά που λες παππού!
Εμείς οι Έλληνες πάντα δε νικούμε στους πολέμους;
Παππούς :(
Σηκώνεται και ψάχνει στο βάθος , κοιτάζει στο μπαλκόνι)Για να δω κι εγώ.
Πέτρος: Τι ψάχνεις παππού;
Παππούς :Πού είναι το παιδί μου; Ο Άγγελός
μου, το παλικάρι μου;
Πέτρος: Θα ‘ χει και αστέρι στις επωμίδες
του ο θείος , παππού;
Παππούς :Μακάρι να’ χει!
Πέτρος: Πάω να χαιρετίσω τους φαντάρους.
Παππούς : Πήγαινε( γυρίζει στη θέση του)
(
Ο Πέτρος και η Αντιγόνη χαιρετούν από το
μπαλκόνι τους φαντάρους. Μπαίνει η μαμά τρέχοντας, σωριάζεται στην
πολυθρόνα.)
Μαμά: Γινότανε σκοτωμός στο μπακάλικο. Δεν
μπορούσα να περιμένω. Όλα έγιναν γρήγορα. Φοβόμουν μήπως περάσει ο Άγγελος. Λες
να μην προλάβει να περάσει;
(Μπαίνει
ο μπαμπάς)
Μπαμπάς: Στο γραφείο δεν υπήρχε ψυχή. Κλειστά
όλα. (Βγάζει το
σακάκι του)
Πέτρος + Αντιγόνη: Κλειστά;
(Χτυπά
η πόρτα, η μαμά φοράει την ποδιά της
)
ΣΩΤΗΡΙΑ 1: Πέτρο , η Σωτηρία είμαι, έλα κάτω.
Πέτρος: H Σωτηρία είναι. Μπαμπά, να
πάω κάτω στη Σωτηρία που με
φωνάζει;
Μπαμπάς: Δε νομίζω ότι είναι σωστό. Δεν
ξέρουμε τι μπορεί να συμβεί σήμερα. Κι ύστερα από στιγμή σε στιγμή περιμένουμε
να φανεί ο θείος Άγγελος να μας αποχαιρετήσει. Θα πάει στον πόλεμο.
Μαμά: Καλά σου λέει.
Πέτρος:
Σωτήρη, δεν μπορώ, θα σου εξηγήσω μετά.
Αντιγόνη: Μαμά……
Μαμά: Έλα Αντιγόνη
Αντιγόνη: Ως πόσο χρονών δέχονται εθελόντριες
αδερφές για τον πόλεμο;
Μαμά: Άσε μας ρε Αντιγόνη ( θυμωμένη) , έχω
δουλειές.
Αντιγόνη: Ουφ δε με καταλαβαίνεις καθόλου ( συνεχίζει να χαιρετάει…)
Μαμά:3 οκάδες φασόλια, 2 οκάδες ζάχαρη,
μισή οκά φακή,… λίγα δράμια σιμιγδάλι… 1 οκά αλεύρι… ( μουρμουρίζει ψάχνοντας τα σακούλια)
Μαμά: Ξέρω εγώ τι κάνω, αφήστε με.
(Χτυπά
η πόρτα, ακούγεται φωνή)
Ρίτα: Αντιγόνη,……… Αντιγόνηηηηηηη…
Πέτρος: Ποιος είναι;
Όλοι μαζί: Η Ρίτα είναι , άνοιξέ της.
Ρίτα1: Βρε Αντιγονάκη, (Κάθονται στις σκάλες.)με
βρήκε συμφορά.
Αντιγόνη: Τι έγινε;
Ρίτα1: Πήρανε τον αδερφό μου στρατιώτη και ο
πατέρας μου θα καταταχτεί.
Αντιγόνη: Και γιατί κλαις; Αυτό είναι πολύ
σπουδαίο. Μπαμπά, εσύ δε θα πας στον πόλεμο;
Μαμά: Ο πατέρας σας δεν είναι και τόσο νέος
για να τον καλέσουνε στα όπλα.
Πέτρος: Κρίμα θα ‘ταν τόσο ωραίο να ‘χεις
μπαμπά που πηγαίνει στον πόλεμο.
(Η
Ρίτα και η Αντιγόνη πηγαίνουν στο
μπαλκόνι, συζητάνε και χαιρετάνε τους στρατιώτες…)
(Μπαίνει
ο θείος Άγγελος. Τρέχει ο Πέτρος φωνάζοντας)
Πέτρος: Μαμά, μπαμπά ο θείος Άγγελος! Είσαι
τόσο ωραίος με αυτή τη στολή!
(Η
μαμά και ο παππούς κλαίνε) ( Η Ρίτα σπρώχνει την Αντιγόνη και της λέει
ψιθυριστά)
Ρίτα1: Σύστησέ με λοιπόν στον θείο σου.
Αντιγόνη: (Την κοιτάζει παράξενα) Θείε Άγγελε, αυτή
είναι η Ρίτα η καλύτερή μου φίλη που σου ‘λεγα.
Θείος Άγγελος : Βρε Αντιγονάκι, έχεις τόσο ωραία
φίλη και μου τη γνωρίζεις τώρα που θα πάω στον πόλεμο.
Ρίτα1: Δεν πειράζει, θα σας περιμένω νικητή.(Βγάζει από το λαιμό της το
μενταγιόν και πάει να του το περάσει στον λαιμό)Να πάρτε κι αυτό να
σας φυλάει.
Αντιγόνη: Τρελάθηκες, τι θα πει η μαμά σου;
Ρίτα1: Όλα στον στρατό, αυτό είναι το
σύνθημά μας.
Μαμά: Πού θα πας έτσι ( ανήσυχη η μαμά),
μόνο ένα ψιλό πουλοβεράκι μονάχα φοράς.
Θείος Άγγελος : Θα μας δώσουν απ’ όλα σαν φτάσουμε
στο μέτωπο. Όμως τώρα πρέπει να φύγω.
(
Τον αγκαλιάζουν όλοι κλαίγοντας)
Παππούς :Στο καλό παλικάρι μου, με τη νίκη!
Πέτρος:Δεν έχετε καθόλου ηρωισμό, τι
κλαίτε; Μόνο η Αντιγόνη και η Ρίτα ξέρουν ν’ αποχαιρετούν κάποιον που πάει στον πόλεμο.
ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ
(Πιάνουν
τον θείο αγκαζέ και κατεβαίνουν τις σκάλες τραγουδώντας,*
ο θείος χαιρετά τα κορίτσια)
Έρχεται ο Σωτήρης)
ΣΩΤΗΡΙΑ 1: Πέτρο, πάμε να δούμε που θα περάσουν
τα άρματα μάχης.
Αντιγόνη: Πέτρο, πού πας;
Πέτρος: Πες στη μαμά ότι πάω να δω πιο κάτω με τον Σωτήρη.
Ακούγεται
το ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ
https://www.youtube.com/watch?v=VoXfPNhOO7Q&list=RDVoXfPNhOO7Q&start_radio=1
ΤΡΑΓΟΥΔΟΎΝ ΜΑΖΊ : Άγγλοι , Γάλλοι πατατάδες…. Ιταλοί μακαρονάδες
κι Έλληνες παλικαράδες!
ΣΚΗΝΗ
3Η .ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΝΙΚΕΣ /ΓΡΑΜΜΑ
ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ
(
Ακούγεται το τραγούδι της Βέμπο και όλοι πηγαινοέρχονται, μόνο η μαμά
κάθεται στενοχωρημένη)
Ποπο
τι έπαθε ο Μουσολίνι!(τραγούδι Βέμπο)
https://www.youtube.com/watch?v=kxW4A2kW3nc&list=RDkxW4A2kW3nc&start_radio=1
Πέτρος: Μάνα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δε
χαίρεσαι με τις μεγάλες νίκες, πήραμε το Τεπελένι.
να χαίρομαι βρε Πέτρο όταν παίρνω
συνέχεια γράμματα από τον θείο Άγγελο που μου λέει ότι παγώνουν τα δάχτυλα των
ποδιών του. Να δες(
βγάζει από την τσέπη της το τελευταίο γράμμα του και διαβάζει)« Μου
γράφετε πως στην Αθήνα έχει λιακάδες, εδώ έχει κρύο και χιόνια… μ’ ενοχλεί το
μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου…»
Παππούς :Θα του είναι κοντές οι αρβύλες, αυτό
είναι.
Μαμά: Εγώ σας λέω πως έχει πάθει
κρυοπαγήματα.
Παππούς : Άκου κρυοπαγήματα... Αυτοί είναι
οπλισμένοι με μάλλινα ως τον λαιμό. Δε βλέπεις τις φωτογραφίες στις εφημερίδες;
Η πριγκίπισσα του διαδόχου με τα ίδια της τα χεράκια τα μοιράζει.
Μαμά: Πατέρα, ο Άγγελος δεν είναι κανένας
μυγιάγγιχτος για να παραπονιέται πως του πονάει το δάχτυλο , γιατί είναι μικρή
η αρβύλα. Άκουσα προχτές στον μπακάλη τις γυναίκες που στέκονταν στην ουρά να
λένε πως φτάνουν κάθε μέρα από το μέτωπο τραυματίες με κρυοπαγήματα. Δεν τα λέω
από μόνη μου.
(Βγαίνει
μπροστά ο Πέτρος και αφηγείται)
Πέτρος: Πήραμε το Αργυρόκαστρο, νικήσαμε
τους Ιταλούς και η μαμά ούτε που νοιάζεται. Ενδιαφέρεται μόνο για το μεγάλο
δάχτυλο του θείου Άγγελου. Όμως σαν γυρίσει εκείνος νικητής θα ντρέπεται για
την αδερφή του. Και τη φωτογραφία του θείου θα τη βάλουμε δίπλα στου Μάρκου
Μπότσαρη και του Κολοκοτρώνη. Και τι θα κάνει τότε η μαμά;
ΣΚΗΝΗ
4Η.
ΟΙ
ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ/ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΘΕΙΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ
Ρίτα2: Αντιγόνη…
Αντιγόνη: Η Ρίτα είναι ( σηκώνεται να ανοίξει. Μπαίνει
η Ρίτα κλαίγοντας)
Όλοι : Τι έγινε Ρίτα, τι έπαθες;
Ρίτα2: Πάει τελείωσε , οι Γερμανοί μας
κήρυξαν πόλεμο. Η μητέρα μου λέει πως εμάς τους Εβραίους θα μας σκοτώσουν όλους
και ο αδερφός μου βρίσκεται τραυματίας σε κάποιο νοσοκομείο.
Μαμά: Το παλικάρι!
Ρίτα2: Και οι γιατροί λένε πως θα του κόψουν
το πόδι. Αν συμβεί αυτό τότε τι θα απογίνουμε εμείς ;
Αντιγόνη: Κάνε κουράγιο, κάνε κουράγιο Ρίτα
μου θα περάσει πάνω από το σώμα μου όποιος τολμήσει να σε πάρει, κάνε κουράγιο.( Ξεπροβοδίζει τη Ρίτα)
Ρίτα2: Σε
ευχαριστώ είσαι πραγματική φίλη, γεια σου και μη με ξεχνάς.
Παππούς : Αχ! Οι αγώνες θέλουν θυσίες και οι
νίκες πόδια και χέρια.
Μπαμπάς: Αχ
Πατέρα! Πάνε αυτές τερμάτισαν.
Πέτρος: Τούτη τη φορά μοιάζει αλήθεια με
τον πόλεμο.
Πολεμικό
ανακοινωθέν -τελευταίο- ψάλλουν τον
εθνικό ύμνο και μετά γερμανικός παιάνας
https://www.youtube.com/watch?v=3qdj4Qr387A&list=RD3qdj4Qr387A&start_radio=1
Μαμά: Κλείστε τον αμέσως , αμάν κλείστε τον
, Πέτρο. Σταματήστε …
Πέτρος: Ήρθαν οι Γερμανοί.
Μαμά :Έρχονται οι Γερμανοί στην Ελλάδα. Τι
θα κάνουμε; Τι θα γίνουν τα παιδιά μου; Ο Άγγελος στον πόλεμο….
Αντιγόνη: Ήρθαν οι Γερμανοί πάμε…
Μαμά: Σταματήστε, τα σχολεία είναι κλειστά
, δεν θα πάτε πουθενά! Κινδυνεύουμε…
Μαμά: Ποιος είναι;
Πέτρος: Έλα, Σωττηρία, πέρνα.
ΣΩΤΗΡΙΑ 1 : Πέτρο, έλα πάμε στην ταράτσα σιγά
σιγά.
Πέτρος: Γιατί τι έγινε;
ΣΩΤΗΡΙΑ1: Θα σου δείξω κάτι , έλα και θα δεις.
Κοίτα εκεί πάνω στην Ακρόπολη αυτή τη σημαία. Δεν είναι γαλάζια , δεν είναι
ειρηνική. Είναι τρομακτική. Είναι κόκκινη με έναν τεράστιο σταυρό στη μέση που
οι άκρες του μοιάζουν με γαμψά νύχια άγριου πουλιού.
(
Φεύγει η Σωτηρία. Ο Πέτρος την βλέπει να
απομακρύνεται, ακούγεται φωνή, «Πετράκη , Πετράκη….»)
Όλοι μαζί: (Σηκώνονται) Ο θείος Άγγελος! Ο Άγγελος, θείε!!!
Θείος Άγγελος 2 : Μη θα γεμίσεις ψείρες.
Πέτρος: (Τρέχει) Δεν πειράζει.
Αντιγόνη+ Μπαμπάς: Φέρτε τον, φέρτε τον να καθίσει είναι
από τον πόλεμο.
(
Γυρνούν και κάθονται όλοι μαζί στις σκάλες/ τον κρατούν ο παππούς και η μαμά/
Κλαίνε όλοι μαζί)
|
ΑΛΚΗ ΖΕΗ 1: Γ΄ |
1.
ΑΛΚΗ ΖΕΗ
Και ο θείος Άγγελος αντί να τους
διηγείται πως κατέλαβαν το τάδε ύψωμα με θούρια , πώς εκείνοι που πληγώνονταν
και έπεφταν πλάι στο τουφέκι τους και ξεψυχούσαν φωνάζοντας «μολώνλαβέ» κ αι οι
γελοίοι Ιταλοί, οι κοκορόφτεροι, που τρέμανε το κρύο και τα χιόνια και του
φαντάρους μας φεύγανε πατείς με πατώ σε να σωθούν , ρίχνοντας τα όπλα τους.
Τους μιλούσε όλο για τα μάλλινα που
δε φτάνανε ποτέ στην πρώτη γραμμή, για τις αρβύλες που μπάζανε νερά και τα
κρυοπαγήματα. Δεν τους είπε «μας θέριζαν τα βόλια» αλλά «μας θέριζαν οι
χιονίστρες».
Δεν γύρισε από το μέτωπομε πλάκα τα
γαλόνια, αλλά ψειριασμένος , με κομματιασμένα άρβυλα από χωριό σε χωριό ψάχνοντας να βρει ένα κομμάτι
ψωμί , μα είχανε περάσει κι άλλοι πριν από αυτόν κι είχανε αδειάσει τα χωριά
από τα τρόφιμα ή τα κρύβανε οι χωριάτες.
Μέχρι και το χρυσό μεταγιόν της Ρίτας
έδωσε για μισό καρβέλι…
Πέτρος: Κι όμως τους Ιταλούς τους
κερδίσαμε.
Θείος Άγγελος2 : Πάει πια κι αυτό τελείωσε, θέλω να
κοιμηθώ.
Παππούς : Φέρτε του μια κουβέρτα
(
Η μαμά του ρίχνει μια κουβέρτα στην πλάτη, ακούγεται το τραγούδι:
«
Λαβωμένοι φαντάροι» Μαρινέλλα) ή Λίστα του Σίντλερ ή Αμελί soundtrack-πιάνο
https://www.youtube.com/watch?v=YqVRcFQagtI&list=RDYqVRcFQagtI&start_radio=1
(
Ο Άγγελος ξαπλώνει στον καναπέ , φωνάζει στον ύπνο του, κλείνουν τα φώτα.)
Θείος Άγγελος2: Το πολυβόλο, πιάσε το πολυβόλο
δεξιά! (Τον καθησυχάζει
η μαμά)
Μαμά: Ησύχασε , Άγγελε! ( Το τραγούδι συνεχίζεται,
σηκώνεται και φεύγει από τη σκηνή)
ΣΚΗΝΗ
5Η.ΤΟ ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΕΧΕΙΑ
Παππούς : Τι θα φάμε σήμερα;
Μαμά: Φασόλια μαυρομάτικα.
Παππούς : Α καλά κατάλαβα, φάβα με μαμούνια.
Πέτρος: Μην ανησυχείς παππού θα σου δώσω το
πρωινό μου γάλα.
Παππούς : Κι εσύ τι θα πιείς;
Πέτρος: Τσάι του βουνού.
Παππούς :Σ’ αρέσει;
Μαμά:(
Πάει στον μπαμπά και τον τραβάει)Άκου να σου πω , πρέπει να βρεις δουλειά.
Μπαμπάς: Πού να βρω;
Μαμά: Όπου θες, τον χειμώνα θα πέσει πείνα.
Σκέψου τα παιδιά και κλείσε και αυτό το ραδιόφωνο, μ’ έχει ζαλίσει.
Μπαμπάς: Ακούς τι λέει; Η μάχη θα κριθεί στην
Αίγυπτο. Η τελευταία εστία αντιστάσεως εξουδετερώθηκε. Πάει και η Κρήτη, όλα
τελείωσαν.
Παππούς : Ολόκληρο μήνα έκαναν οι Γερμανοί
για να την καταλάβουν με τ’ αλεξίπτωτά τους.
Μπαμπάς:(
Χτυπάει το τραπέζι)Οι
Κρητικοί τους πολεμούσαν μέχρι και με τις πέτρες αλλά πάει έπεσε, τα συμμαχικά
στρατεύματα μεταφέρθηκαν στην Αίγυπτο.
Πέτρος: Θα πάει ο θείος Άγγελος στην
Αίγυπτο;
Μαμά: Πέτρο, μη λες ανοησίες και μην το
ξαναπείς αυτό ούτε για αστείο. Το κατάλαβες;
2.ΑΛΚΗ ΖΕΗ
Οι βραδιές ήταν ζεστές ανοιξιάτικες,
μα καθότανε με κατάκλειστα τα παράθυρα και κατεβασμένες τις μπλε σκούρες
κουρτίνες για τη συσκότιση. Έπειτα ο μπαμπάς ήθελε να ακούσει και το «Λονδίνο»
στα ελληνικά και αν άνοιγαν το παράθυρο θα ακούγονταν απέξω.
Σ’ έπιανε ασφυξία μέσα στην
τραπεζαρία. Ο θείος Άγγελος δεν ερχότανε πια τα
βράδια, γιατί οι Γερμανοί περιόρισαν την κυκλοφορία και δεν πρόφταινε να
γυρίσει μετά στο σπίτι του.
Αλλιώτικος που έγινε ο θείος από τότε
που επέστρεψε από το μέτωπο! Δε γελούσε πια, δεν έκανε αστεία. Δεν τον χωρούσε
ο τόπος , που έλεγε και ο παππούς, θαρρείς και φταίει αυτός που έσπασε το
μέτωπο.
ΣΚΗΝΗ
6Η. Η ΥΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ
|
|
Πέτρος: Α… ο Σωτήρης! Γεια σου , Σωτήρη, πέρνα.
ΣΩΤΗΡΙΑ 2: Γεια σου φίλε. Άκουσες τι έγινε;
Πέτρος: Τι έγινε;
ΣΩΤΗΡΙΑ 2: Λένε πως κατέβασαν την γερμανική σημαία από την Ακρόπολη.
Πέτρος: Ποιοι;
ΣΩΤΗΡΙΑ 2: Κάποιοι άγνωστοι. Έμεινε το κοντάρι
σκέτο. Όπως ερχόμουν άκουσα μια γριούλα να λέει πως ο θεός έστειλε τον άγγελό
του και την πήρε. Εγώ λέω πως ήταν
κομάντος των Εγγλέζων.
Πέτρος: Όποιοι κι αν ήταν, ήταν αληθινοί
ήρωες.
ΣΩΤΗΡΙΑ 2:Έλα πάμε στην Ακρόπολη, έλα γρήγορα. ( Φεύγουν)
3.ΑΛΚΗ ΖΕΗ
Τα σχολεία άνοιξαν. Ούτε ποδιές όμως
καινούριες, διπλωμένες στη ράχη της καρέκλας, ούτε βιβλία, νωπά ακόμα, που
μύριζαν μια αλλόκοτη, ζαλιστική μυρωδιά.
Το σχολείο της Αντιγόνης το είχαν
επιτάξει οι Γερμανοί κι όλες οι τάξεις είχαν μεταφερθεί στα γραφεία ενός
περιοδικού.
Το σχολείο του Πέτρου το είχαν
επιτάξει οι καραμπινιέροι και τώρα τα μαθήματα γίνονταν σ’ ένα πρώην γκαράζ.
Όταν μπήκε ο Νοέμβρης , η Αθήνα
ντύθηκε στα λευκά. Στο σπίτι είχε κρύο πολύ και ούτε κουβέντα βέβαια να ανάψουν
σόμπα.
Του Πέτρου ξύλιασαν πιότερο τα χέρια
και ήταν πάντα μελανά και πρησμένα. Το χειρότερο όμως ήταν πως πεινούσε
αφόρητα.
Το ψωμί που έπαιρναν με το δελτίο 40
δράμια το άτομο , η μητέρα το έκοβε , μόλις το έβγαζε από τον φούρνο και έδινε
στον καθένα τη μερίδα του.
Ο
Πέτρος όσο ήταν στο σπίτι όλο έκοβε και έτρωγε ένα κομματάκι και σαν έφτανε η
ώρα του φαγητού δεν περίσσευε μπουκιά. Όλο υποσχόταν στον
εαυτό του ότι δε θα το αγγίξει αλλά δεν τα κατάφερνε…
ΣΚΗΝΗ 7Η ; Ο ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ
ΘΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ(Μάλλον δεν κλείνουμε τη σκηνή)
(
Επιστρέφουν όλοι στη σκηνή . Ο Πέτρος παίρνει την κανάτα και
πίνει νερό )
Μαμά: Αμάν βρε Πέτρο, λες και το κάνεις
επίτηδες και όλο διψάς. Αφού το ξέρεις
το νερό είναι λιγοστό και έρχεται κάθε δύο μέρες.
Πέτρος: Δεν το κάνω επίτηδες και διψάω και πεινάω. Ο φίλος μου ο Σωτήρης μου
έχει πει πως αν φουσκώνεις την κοιλιά σου με νερό , σου κόβεται η πείνα. Δε
χόρτασα το μεσημέρι με τη σούπα.
Παππούς : Και ποιος νομίζεις ότι χόρτασε. Κι
έπειτα , έλα εδώ δε βλέπω εγώ τη μητέρα σας που σας δίνει μεγαλύτερες μερίδες;
Μαμά: Πατέρα, πλέκω ένα φουστάνι για μια
κουλούρα ψωμί..
Μπαμπάς: Οικογένεια , ηρεμήστε, ίσαμε τον
χειμώνα όλα θα διορθωθούν, το άκουσα στο ραδιόφωνο.
Μαμά: Εγώ πάντως, θα χαρώ πολύ να
σφραγιστούν τα ραδιόφωνα, να δούμε τότε τι θα κάνεις.
Θείος Άγγελος2 :Ηρέμησε βρε αδερφούλα, να πάρε τον
μισθό μου.
Πέτρος: (Πιάνει τα χρήματα) ΠΟ! ΠΟ! Πόσα
πολλά λεφτά, δεν έχω ξαναδεί στη ζωή
Θείος Άγγελος2 : Μη γουρλώνεις τα μάτια Πέτρο, σε
λίγο θα κουβαλάω τον μισθό μου με καροτσάκι μα δε θα φτάνει ούτε για μια οκά φασόλια. Τώρα θέλω να σας πω
κάτι. Έχω βρει δουλειά σε μια άλλη πόλη και θα φύγω για πολύ καιρό ίσως.
Αντιγόνη: Μήπως παντρεύεσαι και μας το κρύβεις , θείε;
Θείος Άγγελος 2: Μ’ έπιασες
Αντιγονάκι, μπράβο! Πρέπει να φύγω
Πέτρος: Και η Ρίτα;
Θείος Άγγελος2 : Είμαι γέρος Πετράκη για τη Ρίτα.
Αν όμως με θέλει όταν γυρίσω… που θα ‘χει μεγαλώσει… Άντε γεια σας τώρα, καλή
αντάμωση! (χαιρετιούνται)
Βαγγέλη, να προσέχεις την οικογένεια, γεια σας!
(
Ο μπαμπάς πάει κοντά στη μαμά , την αγκαλιάζει)
Πέτρος: Αύριο θα πάει στην Αίγυπτο, το ‘
χει καταλάβει η μαμά;
Αντιγόνη: Δεν την βλέπεις πώς κλαίει; ( Κάθονται στη γωνία)
Ακούγεται
η Λίστα του Σίντλερ
https://www.youtube.com/watch?v=YqVRcFQagtI&list=RDYqVRcFQagtI&start_radio=1
ΣΚΗΝΗ
8Η . Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΙΝΑ/ Η ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
(
Χτυπά η πόρτα , ακούγεται φωνή « Πέτρο….., μπαίνει ο Σωτήρης)
ΣΩΤΗΡΙΑ 2:Πέτρο, τρέχα… Στη γωνία βρήκαμε έναν πεθαμένο. Λένε πως πέθανε από
την πείνα. Πάμε να δούμε;
Πέτρος: Γρήγορα πάμε! ( Η οικογένεια τους φωνάζει να γυρίσουν)
Μαμά: Γυρίστε πίσω. Μα πού πήγαν τώρα. Έλα
Αντιγόνη να τους βρούμε. (
Φεύγουν από τη σκηνή)
Αντιγόνη+ Μαμά:Μήπως είδατε τον Πέτρο; Πού πήγε; (
Κινούνται μέσα στον κόσμο) Πέτρο; Νάτος! Τι έπαθες; Τι έπαθες , Πέτρο;( Τον φέρνουν στη σκηνή)
Τι έπαθες παιδί μου, λέγε;
Πέτρος:( Κρατάει το στομάχι του)Πεινάω, πεινάω Στη
γωνία είδα έναν πεθαμένο από την πείνα.
Μαμά: Έλα , Πέτρο( του δίνει ένα μαξιλάρι)βάλε ένα
μαξιλάρι στο στομάχι σου, θα ‘ σαι καλύτερα και αύριο θα σου φτιάξω τηγανίτες.
Μας υποσχέθηκε ο φούρναρης πως θα μας δώσει χαρουπάλευρο. Άντε πηγαίντε στα
κρεβάτια σας.( Ο Πέτρος
ξαπλώνει στον καναπέ, ο παππούς μένει με τον Πέτρο.)
Πέτρος:( Ξυπνάει)Παππού, τι κάνεις εκεί;
Παππούς :Εεεε !ήθελα να δω αν μπορεί να
γυρίσει όρθιος, μόνος.
Πέτρος: Οι χελώνες δε γυρνούν ποτέ μόνες. ( Παίρνει τη χελώνα )
Παππούς : Οι Ιταλοί τρώνε γάτες και χελώνες .
Κάνουν λέει ωραία σούπα.
Πέτρος: Τι είναι αυτά που λες παππού;
Παππούς : Ο, τι θέλω λέω τα
‘ χω εντελώς χαμένα. (
Φεύγει)
Ακούγεται
η Λίστα του Σίντλερ
https://www.youtube.com/watch?v=YqVRcFQagtI&list=RDYqVRcFQagtI&start_radio=1
Πέτρος: ( Κάθεται μπροστά)Αχ Θόδωρε, θα σε χάσω και
σένα κάποια μέρα. Μας άλλαξε όλους η πείνα. Ο φίλος μου ο Σωτήρης ζητιανεύει
για λίγο φαγητό. Ο παππούς μου, κλέφτης και δολοφόνος. Ποιος; Ο παππούς μου που
τον χειμώνα έριχνε ψίχουλα στο παράθυρο να βρίσκουν τα σπουργίτια να τρώνε.
Τότε, πριν τον πόλεμο… ( Σηκώνεται και συμμαζεύει,
εμφανίζεται η μαμά, διπλώνει την κουβέρτα, χτυπάει η πόρτα))
Πέτρος: Ναι, ποιος είναι; Α! γεια σου
Γιάννη!
ΙΩΑΝΝΑ: Γεια σου , Πέτρο!
Πέτρος: Έλα κάτσε. Την Αντιγόνη θες;
ΙΩΑΝΝΑ: Όχι, εσένα θέλω.
Πέτρος: Εμένα γιατί με θες;
ΙΩΑΝΝΑ: Έρχεσαι να γράφουμε στους τοίχους
με μπογιά;
Πέτρος: ( Σηκώνεται)Στους τοίχους με μπογιά; Για πες;
ΙΩΑΝΝΑ2: Να, δηλαδή , για την ώρα εγώ θα
γράφω κι εσύ θα κρατάς τσίλιες. Αν δεις να πλησιάζει κανείς , θα τραγουδάς ένα
τραγούδι που θα ‘ χουμε συμφωνήσει από πριν.
Πέτρος: Και τι θα γράψεις με την μπογιά;
ΙΩΑΝΝΑ2: Θα γράφουμε συνθήματα. « Πεινάμε,
θέλουμε συσσίτιο» Θα δεις Πετράκη δε θα πεθάνουμε από την πείνα. Πρώτα αυτό κι
ύστερα όλα τα άλλα. Ξέρεις άλλοι γράφουνε με κόκκινη μπογιά, άλλοι με μπλε και
άλλοι με πράσινη. Εμείς θα γράφουμε με πράσινη.
Πέτρος: Ωραία, μου αρέσει πολύ το πράσινο χρώμα.
ΙΩΑΝΝΑ : Θα συναντηθούμε στις 6 η ώρα κοντά
στο σχολείο. Θα πάμε μαζί να πάρουμε μπογιές και πινέλα και θα ξεκινήσουμε. Θα
σε αφήσει όμως η μαμά σου να έρθεις;
Πέτρος: Και γιατί να μη με αφήσει; Κάτσε να
τη φωνάξω. Μαμάαα…..
Μαμά:: ( Αφήνει το μαγείρεμα)Έλα Πέτρο, τι φωνάζεις; Α, γεια σου Γιάννη, τι
κάνεις παιδί μου;
ΙΩΑΝΝΑ : Καλά ! Θα ήθελα να σας ρωτήσω αν θα
αφήσετε τον Πέτρο να έρχεται μαζί μου τα βράδια, όσο επιτρέπεται η κυκλοφορία,
να πηγαίνουμε στο σπίτι κάποιου φίλου,
να φτιάχνουμε φιγούρες Καραγκιόζη;
Μαμά: Φυσικά και θα τον αφήσω. Θα μου
κάνεις και χάρη να ξέρω πως είναι μαζί σου αντί να αλητεύει στα σοκάκια. Πηγαίνετε.
Πέτρος: Μμμ Αλέξιος, πώς σου φαίνεται;
ΙΩΑΝΝΑ: Άσε , θα σε βαφτίσω εγώ . Θα σε λέω
Τσουένι
Πέτρος: Τσουένι;
ΙΩΑΝΝΑ2 : Ναι, ναι. Θυμάσαι μια φορά που με
ζήτησες στο σχολείο κι εγώ δεν είχα πάει; Μου είπε την άλλη μέρα ο Ανδρέας , ο
συμμαθητής μου , ένας καλαμπουρτζής πως σε ζήτησε το Τσουένι χθες. Γιατί με τον
σκούφο που φορούσες του θύμισες το γλυκό. ( Φεύγει ) Γεια σου τώρα.
Πέτρος:( Περπατάει πέρα δώθε θυμωμένος) Τσουένι, άκου
Τσουένι δεν μπορώ να το χωνέψω, τι όνομα είναι αυτό.
ΙΩΑΝΝΑ:(
Γυρνάει με τους φίλους του)Τσουένι, τους έφερα.
Πέτρος: Καλώς τους, καλώς τους.
ΙΩΑΝΝΑ: Η Ελευθερία και η Δροσούλα. Αυτό είναι το Τσουένι που σας
έλεγα.
Δροσούλα: Δεν είναι λίγο μικρός; ( Τον κοιτάζει γύρω- γύρω)
ΙΩΑΝΝΑ 2: Καλέ τι λες. Πάει κιόλας Τετάρτη. Θα
τον έχουμε να κρατάει τσίλιες.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ: Λοιπόν Τσουένι, απόψε θα πάρεις το
βάπτισμα του πυρός. Θα καθίσεις στην άκρη του δρόμου και αν εμφανισθεί κανείς
θα τραγουδάς « Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου και πάλι φίλε μου απόψε» για
να καταλάβει ο Γιάννης και να σταματήσει το μπογιάτισμα. Και όταν περάσει ο κίνδυνος
θα τραγουδάς « Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες». Κατάλαβες;
Πέτρος: Κατάλαβα.
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ: Δεν πιστεύω να είσαι φάλτσος;
Πέτρος: Ο παππούς μου, μου λέει πως έχω
καλό αυτί.
Πέτρος: Έγινε. Τα λέμε το απόγευμα.
Δροσούλα: Να κάνεις καλή δουλειά, ε! Γεια σου
τώρα.
Ακούγεται
η Λίστα του Σίντλερ
https://www.youtube.com/watch?v=YqVRcFQagtI&list=RDYqVRcFQagtI&start_radio=1
4.ΑΛΚΗ
ΖΕΗ
Α:
Έτσι κι έγινε. Στην αρχή η φωνή του έβγαινε τρεμουλιαστή και ψιλή. Στη συνέχεια
όμως ξεπερνώντας τον φόβο του και το κρύο ξεκάθαρη και στέρεη.
Στον τελευταίο τοίχο, φύλαξε για μια
στιγμή τσίλιες ο Γιάννης και του έδωσε εκείνου να γράψει τη λέξη « ΣΥΣΣΙΤΙΟ»,
γιατί είχαν κοκαλώσει τα δικά του
χέρια και δεν μπορούσε να κρατήσει άλλο
το πινέλο.
Ο Πέτρος έγραψε τη λέξη με ένα μεγάλο
«όμικρον» στο τέλος τρεμουλιαστό, όπως όταν
πρωτοπήγε στο σχολείο, που
γέμιζαν την πλάκα με κουλουράκια.
Έτσι γέμισαν τα ντουβάρια με μεγάλα
κόκκινα, πράσινα και στα σχολεία μπλε γράμματα.
Β:
Κι όταν ολόκληρη η Αθήνα είχε γίνει ένα απέραντο αλφαβητάριο, τότε
κουβάλησαν τον Δάμωνα και τον Φιντία, δυο τεράστια μαύρα καζάνια του συσσιτίου.
-
Πάρτε
τα κουτιά σας και μπείτε στη σειρά, έδωσε το παράγγελμα ο δάσκαλος όπως στην
παρέλαση.
-
Οι
μικροί μπροστά, οι μεγάλοι πίσω, οι άλλοι στη μέση. Μη θορυβείτε…
Και οι καλοντυμένες κυρίες του
Ερυθρού Σταυρού βύθιζαν τις μεγάλες σιδερένιες κουτάλες στα καζάνια και
άδειαζαν σε κάθε τενεκεδάκι μια πηχτή σούπα .
Αυτό λοιπόν ήταν το συσσίτιο που
τόσες φορές έγραφε ο Πέτρος στους τοίχους.
Από δω και πέρα θα ξέρει πως όποια
μαγική λέξη γραφτεί στον τοίχο θα γίνεται αλήθεια.
ΣΚΗΝΗ
9Η.Η ΠΑΣΙΕΝΤΖΑ ΚΑΙ Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΧΕΛΩΝΑΣ
(Όλη
η οικογένεια στο δωμάτιο)
Παππούς : Λοιπόν οι κούπες είναι οι Ρώσοι, τα μπαστούνια οι
Γερμανοί, τα σπαθιά οι Ιταλοί και τα καρό οι σύμμαχοί μας .
Πέτρος: Κούνησε τον Ρήγα κούπα, παππού, δεν
βλέπεις πως θα τον κυκλώσουν τα μπαστούνια;
Παππούς :Να θυσιάσω τον Ρώσο στρατηγό μου;
Και πώς θα προχωρήσω μετά;
Μπαμπάς: Πρόσεχε τους Ρώσους σου , πατέρα.
Θα πάθουν πανωλεθρία.
Παππούς :Τι ξέρετε εσείς από Ρώσους. Να
ρωτάτε εμένα που τους ξέρω καλά.
|
|
Παππούς : Από την Άννα Καρένινα. Σπουδαία
γυναίκα, όλο ψυχή!
(Χτυπάει
πόρτα δυνατά)
Μπαμπάς: Ποιος είναι;
Αντιγόνη + Πέτρος: Ποιος είναι πάλι;
Μαμά:(Πάει
να ανοίξει την πόρτα)Ο Σωτήρης θα ‘ ναι πάλι.
(Μπαίνει
στο δωμάτιο Ιταλός στρατιώτης με όπλο)
Ιταλός στρατιώτης : Μην κουνηθεί κανείς θα γίνει έρευνα.
Ψάχνουμε έναν εγκληματία.(Κάθονται
μαζεμένοι με ψηλά τα χέρια)
Παππούς : Δεν υπάρχει κανείς εδώ πέρα. ( Ο Ιταλός ψάχνει)
Μπαμπάς: Αφήστε ήσυχη την οικογένειά μου.
Ιταλός στρατιώτης : (
Βρίσκει τη χελώνα και την παίρνει.)Ωωω! Ταρταρούγκα !
Πέτρος: Όχι, μη…( Τον κρατούν μπαμπάς και μαμά.) όχι……
Ιταλός στρατιώτης : Θα φάμε καλά απόψε! Μμμμ
Πέτρος: Μη είναι δικός μου…( Του κλείνει το στόμα η μαμά.)
Ιταλός στρατιώτης : Θα την πάρω εγώ. Εμείς Ιταλία τρώμε χελώνες, κάνουμε ωραία σούπα. Θα
φάμε καλά. Τώρα είναι δικός μου χα, χα ,χα!
Πέτρος:( Τρέχει να πάρει τη χελώνα, τον συγκρατούν οι γονείς
του.)Όχι, όχι τον Θόδωρα, άστον ήσυχο.
Μαμά:(Στον
Πέτρο)Τρελάθηκες;
Θες να σε σκοτώσεις….. Επιτέλους έφυγε ο σιχαμένος. Πηγαίνετε στα κρεβάτια σας.
Θα ξυλιάσετε. (Αγκαλιάζει
τον Πέτρο στον καναπέ και τον παρηγορεί.)Ακούγεται η Λίστα του Σίντλερ
https://www.youtube.com/watch?v=YqVRcFQagtI&list=RDYqVRcFQagtI&start_radio=1
5.ΑΛΚΗ ΖΕΗ
Λίγο πιο πέρα από την πόρτα τους
στεκόταν ένα μαύρο μεγάλο αυτοκίνητο, η κλούβα όπως τη λέγανε , γιατί εκεί μέσα
ρίχνανε , όπως ο μπόγιας τα σκυλιά, τον κόσμο που συλλαμβάνανε.
|
|
ΣΚΗΝΗ
10Η.
Η
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ /Η ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ /Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΔΡΟΣΟΥΛΑΣ
(Ο
Πέτρος γράφει στον πίνακα 24 Φεβρουαρίου 1943.)
(Στο
σπίτι τριγυρνούν όλοι. Η Αντιγόνη προσπαθεί να φορέσει το παλτό και ο μπαμπάς
το σακάκι.)
Πέτρος: Έλα Αντιγόνη , θ΄ αργήσουμε. Βάλε
το παλτό σου.
Αντιγόνη :Τώρα έρχομαι, έτοιμη είμαι.
Μαμά: Αντιγόνη πού πας; Δε θα φορέσεις το
καλό σου παλτό στο σχολείο.
Αντιγόνη : Δεν έχει σχολείο σήμερα.
Μαμά: Και πού θα πάτε;
Αντιγόνη + Πέτρος: Στη διαδήλωση ( Η Αντιγόνη σπρώχνει τον Πέτρο
να φύγουν)
Μπαμπάς: Κι εγώ πρέπει να φύγω. Έχω μια
δουλειά. (Βιαστικά)
Παππούς : Εγώ πάω να δω τι γίνεται με εκείνα
τα κουπόνια που υποσχέθηκαν να μας δώσουν στο σωματείο.
Μαμά: Ποια κουπόνια; Γυρίστε πίσω. Η
οικογένειά μου έφυγε όλη(
απεγνωσμένα) Πού πάτε;
(Ακούγονται φωνές )Λευτεριά ή θάνατος
Κάτω οι κατακτητές
(
Εμφανίζονται η Ρίτα, η Αντιγόνη, ο Πέτρος, Ο Γιάννης , ο Αχιλλέας και η
Δροσούλα)
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ: Κοντά κοντά ο ένας στον άλλο.
Προσοχή!
Δροσούλα: Έλα Πέτρο, κράτα μου το χέρι και
φώναξε μαζί μου. « Πάντα μπροστά για μια καινούρια ζωή»
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ: Προσοχή! Χτυπάνε… ( Ακούγονται πυροβολισμοί)
https://www.youtube.com/shorts/ttN4Nplb8EU
Δροσούλα:(
Μπαίνει μπροστά από τον Πέτρο)Μηηηη
( δυνατά-πέφτει κάτω)
Αντιγόνη: Χτύπησαν τη Δροσούλα. Γιατί τη φίλη
μου;
(
Βγάζει το παλτό της και σκεπάζει τη
Δροσούλα/ Σηκώνει τη Ρίτα και τον Πέτρο. Οι άλλοι δυο τραβούν απαλά τη
Δροσούλα)
Ακούγεται
η Λίστα του Σίντλερ
https://www.youtube.com/watch?v=YqVRcFQagtI&list=RDYqVRcFQagtI&start_radio=1
«ΓΙΑ ΤΗ ΔΡΟΣΟΥΛΑ»
(Κάθεται
πίσω στον καναπέ)
ΣΚΗΝΗ
11Η. Ο ΓΚΑΡΙΜΠΑΛΝΤΙ
(Η
οικογένεια στο τραπέζι συζητά, η Αντιγόνη σερβίρει φαγητό)
Μαμά:(Έρχεται
απ’ έξω)Έχω κάτι να
σας πω.
Παππούς :Μπα, εσύ δεν παίρνεις μέρος στις
συζητήσεις εκτός αν πρόκειται για φαγητό! Για λέγε τι συμβαίνει;
Μαμά: Κάτω στη αποθήκη κρύβεται ένας
Ιταλός.
Παππούς :Μαντόνα μία!
Μαμά: Είχα κατέβει στην αποθήκη να πάρω
πριονίδι και βρήκα την πόρτα ανοικτή. Σίγουρα εσύ θα την ξέχασες, Πέτρο, που
όλη την ώρα κάτι χαρχαλεύεις. Όταν την έσπρωξα και μπήκα μέσα πως είδα την άκρη
μιας αρβύλας πίσω από το βεστιάριο του παππού. Πήγα να πεθάνω από τον φόβο μου.
Κάτσε να δεις πως το ‘ λεγε (Έρχεται ο Ιταλός)
Ιταλός :Νον α παούρα σινιόρα. Ιομπουόνο, νον φασίστα. Ιομπουόνο, νον
φασίστα νοΜουσολίνι, ΙοΜπαντόλιο.
Παππούς :Νοφασίστα. Νοφασίστα. Τι να τον
κάνουμε όμως;
Μπαμπάς: Δεν πρέπει να τον προδώσουμε στους
Γερμανούς.
Μαμά: Φυσικά και δεν θα το κάνουμε. Οι
Ιταλοί είναι τώρα με τους συμμάχους, είναι μαζί μας.
Πέτρος :
Καλά,εσύ μέχρι ώρα δε νοιαζόσουν
ούτε ήξερες καλά καλά ποιοι πολεμούσαν με ποιους.
Μαμά: Εγώ μια φορά στους Γερμανούς δεν τον
προδίδω. Θα βρούμε τρόπο να τον κρύψουμε.
Μπαμπάς: Θα τον βοηθήσουμε να κρυφτεί. Θα τα
βγάλουμε πέρα.
Παππούς :Μμμμ (γκρινιάζει)Ένα πιάτο παραπάνω.
Μαμά: Τον λένε Γκαριμπάλντι Δε θα βγαίνει
καθόλου έξω Θα τριγυρίζει τη μέρα μέσα στο σπίτι. Αν έρχεται κανείς, θα
πηγαίνει στην κουζίνα και το βράδυ θα κοιμάται στο πατάρι. Σύμφωνοι;
6.ΑΛΚΗ ΖΕΗ
Α.
Στη μικρή γειτονιά του Πέτρου κανένας δεν μπορεί να κοιμηθεί ήσυχος κι
ας βροντοφωνάνε οι ξένοι σταθμοί « Η νίκη πλησίασε»… κι ας προχωρούν οι Ρώσοι
και οι Αγγλοαμερικάνοι.
Είναι μια μικρή κλούβα που γυρνάει κι
όλο και σε κάποια πόρτα θα σταματήσει. Σήμερα εκείνοι… αύριο εμείς…
Β.
Τώρα μέσα σε τόσο λίγο καιρό γίναν τόσα πολλά, τόσα απανωτά, τόσα φοβερά
πράγματα που ένα από αυτά να γίνονταν
πριν από τον πόλεμο θα αρκούσε να ξεσηκωθεί η γειτονιά για μέρες.
Εκτελέσθηκε ο Αντώνης ο Σμάρος,
χάθηκαν οι Εβραίοι στα τρένα, η Ρίτα κρύφτηκε κι ας χάλασε η μητέρα της τον
κόσμο να μην την αφήσει, πιάσανε τον κύριο Χρήστο, την κυρία Νίκη, ο Γιάννης
είναι ήδη φυλακή κι όλα αυτά ως να γυρίσεις να δεις στη θέση του Γιάννη ήρθε ο Μίλτος που όλη την
ώρα λέει καλαμπούρια, στης Δροσούλας η Μάρω, στου Αχιλλέα ο Γιώργος κι όλο κάθε
τόσο στη θέση κάποιου έρχεται άλλος κι
ύστερα άλλος θαρρείς και δε συμβαίνει τίποτα.
ΣΚΗΝΗ
12Η. ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ/ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΣΩΤΗΡΗ
(Μπαίνει
ο παππούς- τραπέζι- μπαμπάς - ραδιόφωνο)
Μπαμπάς: Μόνοι μας θα ελευθερωθούμε και δε
θα χρωστάμε χάρη σε κανέναν.Η ελευθερία δε χαρίζεται κατακτιέται. Ακούς ,
πατέρα;
Παππούς : Ακούω ! (τον χτυπά στην πλάτη)Πάμε (φεύγουν)
7.ΑΛΚΗ
ΖΕΗ
Κι ο παππούς βιάζεται
να τελειώσει ο πόλεμος, μα ο Σωτήρης τον είχε κιόλας τελειώσει.
Μόλις συναντήσει στην
είσοδο του σπιτιού κάποιον Γερμανό τσιρίζει με όλη του τη δύναμη τάχα σα να
θέλει να τον ακούσει κάποιος στο επάνω πάτωμα.
Ρελτιχτούπακ! Δεν είναι
Εγγλέζικα.
Ρελτιχτούπακ, λοιπόν θα
πει, Χίτλερ καπούτ από την ανάποδη…
(Χτυπά
η πόρτα)(Ανοίγει ο Πέτρος)
ΣΩΤΗΡΙΑ 2: Πετράκη, τα ‘ μαθες; Πάει ο πόλεμος
τελείωσε.
Πέτρος :Λες;
ΣΩΤΗΡΙΑ 2: Ε, και βέβαια. Αύριο., μεθαύριο οι
Γερμανοί θα πάρουν Πόδι από την Ελλάδα. ΡελτίχΤούπακ Πετράκη, ΡελτίχΤούπακ.
Πέτρος :
(Του κλείνει το στόμα)Σωτήρη, μη φωνάζεις, σε παρακαλώ.
ΣΩΤΗΡΙΑ 2: Γιατί να μη φωνάζω;
Πέτρος :Γιατί θα σε ακούσουν οι Γερμανοί.
ΣΩΤΗΡΙΑ 2: Δεν τους φοβάμαι. Έχει τελειώσει ο
πόλεμος.ΡελτίχΤούπακ Πετράκη, ΡελτίχΤούπακ. (Φεύγει και ακούγεταιπυροβολισμός,πέφτει ο Σωτήρης) https://www.youtube.com/shorts/ttN4Nplb8EU
Πέτρος :Όχι, Σωτηρία, όχι, δε γίνεται.
Τελευταίες μέρες. Γιατί η φίλη μου;
Ακούγεται
η Λίστα του Σίντλερ
https://www.youtube.com/watch?v=YqVRcFQagtI&list=RDYqVRcFQagtI&start_radio=1
ΣΚΗΝΗ
13Η. Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ
ΜΟΥΣΙΚΗ
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ/ πολεμικό ανακοινωθέν Απελευθέρωσης
https://www.youtube.com/watch?v=oJ6JdCE4DS4&list=RDoJ6JdCE4DS4&start_radio=1
(Ο
Πέτρος γράφει στον πίνακα 12 Οκτωβρίου 1944)
Παππούς : Τελείωνε με τη σημαία ,
Πέτρο, να βγούμε στους δρόμους.
Πέτρος : Έρχομαι! Πρώτα όμως έχω κάτι να κάνω
…
8.ΑΛΚΗ
ΖΕΗ
Α.
12 Οκτωβρίου 1944.Αν ήταν τώρα ο Θόδωρος θα μπορούσε ο Πέτρος να γράψει
στην ράχη του αυτή την ημερομηνία. Οι χελώνες ζούνε κι εκατό χρόνια κι έτσι για
έναν αιώνα τουλάχιστον θα ‘ξερε όλος ο κόσμος, πως μια τέτοια μέρα ελευθερώθηκε
η Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη…
Η Δροσούλα θα ‘γραφε τώρα σ’ ένα
μεγάλο πανό με πράσινη μπογιά που δε ξεβάφει τη λέξη ΛΕΥΤΕΡΙΑ. Της άρεσε αυτή η
λέξη και θα την έγραφε μόνη της . Αν ήταν ο Σωτήρης, θα σφύριζε τώρα του Πέτρου
, θα κατρακυλούσαν τις σκάλες και θα βγαίνανε οι δυο τους στους δρόμους της λεύτερης Αθήνας.
Φύγανε οι Γερμανοί , μάλλον τους
διώξανε πολεμώντας τους σκαλί το σκαλί ,
πόρτα την πόρτα.
Β.
Οι καμπάνες χτυπούν. Από το ξημέρωμα άνοιξαν όλα τα παραθυρόφυλλα και
απλώθηκαν στα μπαλκόνια σημαίες.
Η Ρίτα βγήκε από την κρυψώνα της κι
ήρθε μόλις έφεξε, στην Αντιγόνη. Τώρα πια δεν έχει κανέναν άλλον από τη φίλη
της , ίσως και τον θείο τον Άγγελο.
Μια γυναίκα φωνάζει στον δρόμο πως άνοιξαν οι φυλακές, ο Γιάννης όπου να ‘
ναι θα φανεί, όταν θα τελειώσει ο πόλεμος θα βγουν στους δρόμους . Δε θα
φοβούνται μην τους σημαδεύει κανείς στην καρδιά.
ΠΟΤΕ ΠΙΑ ! ΠΟΤΕ ΠΙΑ !
ΑΝ ΘΕΣ ΝΑ ΛΕΓΕΣΑΙ
ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ακούγεται Αμελί soundtrack-πιάνο
https://www.youtube.com/watch?v=EZUZKgAvLdQ&list=RDEZUZKgAvLdQ&start_radio=1
ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΛΕΓΕΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Αν θέλεις να
λέγεσαι άνθρωπος
δε θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
κάθε χειρονομία σου σαν να γκρεμίζεις την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στην νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω απ’τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να
λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν’ αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ’ απαρνηθείς την λάμπα σου και το ψωμί σου
θ’ απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις και ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν’ ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ, να κοιτάς εν’ άστρο,
να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμμένος πάνω απ’ το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
να την ακούς να λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ’ αποχαιρετήσεις όλ’ αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου, για όλα τ’
άστρα, για όλες τις λάμπες και για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να
λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη, τη μάνα σου και τον
κόσμο.
Εσύ και μες απ’ το τετραγωνικό μέτρο του κελιού σου
θα συνεχίζεις το δρόμο σου πάνω στη γη.
Κι όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελιού σου με το δάχτυλο
απ’ τ’ άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
αφού όλο και νέοι αγώνες θ’ αρχίζουμε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να
λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό γράμμα στη μάνα σου
θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ’ αρχικά του ονόματός σου και μια λέξη:
Ειρήνη
σα να’ γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ’ ολάκερο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ’ την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν’ ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που τραγουδώντας πολεμάνε για
την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου